λεκάνη


λεκάνη
[лэкани] ουσ. θ. миска, таз

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λεκάνη" в других словарях:

  • λεκάνη — dish fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεκάνῃ — λεκάνη dish fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεκάνη — Πλατύ ανοιχτό δοχείο, συνήθως κυκλικού σχήματος, το οποίο χρησιμοποιείται για το πλύσιμο και άλλες οικιακές ανάγκες· πεδιάδα που περιβάλλεται από βουνά ή κλειστή θάλασσα· το κατώτερο τμήμα του ανθρώπινου κορμιού, η πύελος. Λ. ονομάζεται και η… …   Dictionary of Greek

  • λεκάνη — η 1. πλατύ ανοιχτό σκεύος για πλύσιμο και άλλες οικιακές ανάγκες: Έπλυνε τα ρούχα σε μια λεκάνη. 2. το δοχείο των αποχωρητηρίων: Καθάρισες τη λεκάνη της τουαλέτας; 3. λεκανοπέδιο ή κλειστή θάλασσα: Η λεκάνη της Μεσογείου. 4. μέρος του σκελετού… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λεκάνη του αγιασμού — η кандия – металлический сосуд в виде купели для совершения освящения воды …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Φανεού λεκάνη — Λεκάνη της Κορινθίας, μεταξύ Ολίγυρτου και Ζήριας, όπου υπάρχει η αποξηραμένη σήμερα ομώνυμη λίμνη. Η λίμνη αυτή χαρακτηριζόταν από τις περιοδικές αυξομειώσεις της, οι οποίες σχετίζονταν προς τις κλιματικές μεταβολές. Το 1829 είχε βάθος 40 50 μ.… …   Dictionary of Greek

  • Μάρεϊ-Ντάρλινγκ, λεκάνη — (Murray Darling Basin). Υδρογραφικό σύστημα (συνολικό μήκος 3.370 χλμ. από τις πηγές του Ντάρλινγκ έως τις εκβολές του Μάρεϊ, λεκάνη απορροής 1.611.469 τ. χλμ.) της νοτιοανατολικής Αυστραλίας. Σχηματίζεται από τον κάτω ρου του ποταμού Μάρεϊ και… …   Dictionary of Greek

  • λεκάναι — λεκάνη dish fem nom/voc pl λεκάνᾱͅ , λεκάνη dish fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεκάνηι — λεκάνῃ , λεκάνη dish fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεκάναις — λεκάνη dish fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)